60 πρόστυχες ελληνικές παροιμίες που δεν μάθαμε στο σχολείο.

Δημοσιεύθηκε December 07, 2016. >> Αστεία  

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αν λέγονταν μεγαλόφωνα, από ραδιοφώνου λόγου χάρη, το μόνο που θα ακούγατε θα ήταν ατέλειωτα «μπιπ», άντε πού και πού και ορισμένες γνώριμες λέξεις. Στον γραπτό λόγο τα πράγματα είναι πιο βολικά.

Διαβάστε και αποστηθίστε:

Εδώ γ@μ@ν αρσενικούς και συ γυρεύεις νύφη.

Καράβι που αργεί, σκατά είναι φορτωμένο.

Όποιος πηδάει πολλά παλούκια, το ένα μπαίνει στον κ@λ@ του.

Παρακαλετό μ@ν@, ξινό γαμ@σ@.

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά και το γουρούνι τ’ @ρχ@δι@.

Πολλά μ@νι@ τριγύρω μου, στον π@τσ@ μου κανένα.

Το μ@ν@ και το χταπόδι, όσο το χτυπάς απλώνει.

Το μ@ν@ και το πριόνι, όποιος δεν τα ξέρει ιδρώνει.

Το ράσο θέλει καλοπέραση κι η π@τ@νι@ φτιασίδι.

Τον κ@λ@ βάζεις μάγειρα, σκατά θα μαγειρέψει.

Της γυναίκας ο καημός: λούσα, π@τσ@ και χορός.

Σαν δεις καράβι στο βουνό, μ@ν@ θα το ‘χει σύρει.

Τον Τούρκο φίλεψέ τον, τον κ@λ@ σου φύλαξέ τον.

Η π@τ@ν@ σαν γεράσει γίνεται καλόγρια.

Οι π@τ@ν@ς κι οι τρελές, έχουν τις τύχες τις καλές.

Κάνε Γιάννο μ’ τη δουλειά σου, κι ύστερα και πάλι θεια σου.

Για να γίνεις ηγούμενος, πρέπει να σε πηδήξει ο προηγούμενος.

Αλλού με τρίβεις δέσποτα κι αλλού έχω εγώ το πόνο.

Να ‘μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλους τους μήνες κόκορας και γάτος το Γενάρη.

Άντρας ο καλύτερος τσάχειλας και μύταρος.

Το συχνό σμίξιμο φέρνει και το μπήξιμο.

Η κότα και η γυναίκα τρώγονται με το χέρι.

Το πολύ το πηγαινέλα την τρελαίνει την κοπέλα.

Οι όψιμες θέλουν βροχές κι οι πρώιμες δροσούλες.

Εκεί που βγάζεις το ψωμί σου, μη βάζεις το κ@υλ@ σου.

Φάε λάδι και έλα βράδυ.

Χήρας κ@λ@ς που πονάει, άλλα πράματα ζητάει.

Τρίχα από μ@ν@ τραβάει καράβι.

Και για το τέλος μία ακόμη bonus δια στόματος Κομφούκιου, άσχετου μεν προς την ελληνική παράδοση, αλλά τόσο καλοδιατυπωμένη που θα ήταν κρίμα να μην γνωστοποιηθεί:

Όταν ο Κόκκινος Ποταμός είναι πλημμυρισμένος, πάρε το λασπωμένο μονοπάτι

Κάλλιο μάνα του φονιά, παρά του σκοτωμένου.

Του κλέφτη κλέψανε κουπί κι αυτός τους κλέβει βάρκα.

Στον τόπο τον καταραμένο το Μάη μήνα βρέχει.

Το δέντρο που περιγελάς στη πόρτα σου φυτρώνει.

Όποιος τη νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί.

Εδώ γαμ… αρσενικούς και συ γυρεύεις νύφη.

Καράβι που αργεί… σκατά είναι φορτωμένο.

Οι γύφτοι τα μαλώματα τα ‘χουν για πανηγύρια.

Όποιος πηδάει πολλά παλούκια, το ένα μπαίνει στον κ*&ο του.

Παρακαλετό μ…., ξινό γα@*σι.

Παιδιά, σκατά και σύννεφα δεν πιάνονται.

Πέρσι έχεσε, φέτος βρόμησε.

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά και το γουρούνι τ’ αρχί….

Πολλά μ… τριγύρω μου, στον π….ο μου κανένα.

Πολύ κό-κό, κανέν΄ αβγό.

Το μ…. και το χταπόδι όσο το χτυπάς απλώνει.

Το μ…. και το πριόνι όποιος δεν τα ξέρει ιδρώνει.

Το ράσο θέλει καλοπέραση κι η που*&νιά φτιασίδι.

Τον κό@ο βάζεις μάγειρα, σκατά θα μαγειρέψει.

Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κό@ους.

Της γυναίκας ο καημός: λούσα, π…. και χορός.

Σαν δεις καράβι στο βουνό, μ… θα το ‘χει σύρει.

Τον Τούρκο φίλεψέ τον, τον κ*&ο φύλαξέ τον.

Το φτωχό και το χωριάτη ξένοι πόνοι τον γερνάνε.

Του χοίρου το μαλλί δε γίνεται μετάξι.

Τσάμπα ξύδι, γλυκό σα μέλι.

Η που@*&να σαν γεράσει γίνεται καλόγρια.

Γάμος εις τα γέρατα: ή σταυρός ή κέρατα.

Οι που@#*ες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές.

Όπου σκατά και το φτυάρι.

Ανύπαντρος προξενητής για χάρη του γυρεύει.

Πηγή




 

Πηγή: www.diaforetiko.gr

 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

 

Δες και αυτά